εφελκτικός

ἐφελκτικός, -ή, -όν (ΑΜ)
1. αυτός που τραβά, που έλκει («τὸ ἤλεκτρον ἐφελκτικὸν τῶν ἀχυρων», Φιλόδ.)
2. μτφ. ελκυστικός («τὸ ἐφελκτικὸν καὶ ἡδύ», Ευστ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἑλκτικός (< ἕλκω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφελκτικά — ἐφελκτικός attractive neut nom/voc/acc pl ἐφελκτικά̱ , ἐφελκτικός attractive fem nom/voc/acc dual ἐφελκτικά̱ , ἐφελκτικός attractive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκτικόν — ἐφελκτικός attractive masc acc sg ἐφελκτικός attractive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκτικῷ — ἐφελκτικός attractive masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.